- κούραση η [kúrasi] Ο33α : η κατάσταση στην οποία περιέρχεται κάποιος ύστερα από υπερβολική εργασία ή από ψυχική ή σωματική ένταση και η οποία εκδηλώνεται ως αίσθηση αδυναμίας και εξάντλησης: Σωματική / διανοητική / ψυχική ~, κόπωση. Aισθάνθηκα μεγάλη ~. Πέφτω κάτω / δε με κρατούν τα πόδια μου από την ~. Είμαι πεθαμένος / ψόφιος από ~. Πεθαίνω από / στην ~. Aκόμα δε συνήλθα από την ~ του ταξιδιού. [κουρα- (κουράζω) -ση]
αφήστεμεστηνησυχίαμου!
ναι, έχω νεύρα σήμερα..
το λέει και το ζώδιό μου!
το λέει και το ζώδιό μου!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου